Η νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου 2023 στα Τέμπη θα μείνει για πάντα στην ιστορία όχι μόνο ως μνήμη, αλλά κυρίως ως ένα από τα μεγαλύτερα τραύματα. Η στιγμή που 57 άνθρωποι χάθηκαν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και μια ολόκληρη κοινωνία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια αλήθεια που για χρόνια παρέμενε γνωστή αλλά αόρατη: ότι ο σιδηρόδρομος λειτουργούσε χωρίς τις απαραίτητες εγγυήσεις ασφάλειας.
Τρία χρόνια μετά, η τραγωδία των Τεμπών δεν είναι απλώς μια υπόθεση που εκκρεμεί στα δικαστήρια. Είναι μια ανοιχτή πληγή. Είναι οι φωτογραφίες στα παιδικά δωμάτια που δεν μετακινήθηκαν ποτέ. Είναι τα μηνύματα που έμειναν αδιάβαστα. Είναι οι γονείς που συνεχίζουν να μιλούν για τα παιδιά τους στον ενεστώτα χρόνο, αρνούμενοι να αποδεχτούν ότι το μέλλον τους κόπηκε βίαια εκείνο το βράδυ.

Παράλληλα, είναι και μια υπόθεση που έφερε στην επιφάνεια βαθύτερα ερωτήματα: για την ευθύνη του κράτους, για τις παραλείψεις δεκαετιών, για τη λειτουργία των θεσμών, για τη δικαιοσύνη και για το πόσο δύσκολο είναι να αποδοθούν ευθύνες όταν η ευθύνη είναι διάχυτη.
Η νύχτα της σύγκρουσης
Ήταν λίγο μετά τις 11 το βράδυ της Τρίτης 28 Φεβρουαρίου 2023, όταν η επιβατική αμαξοστοιχία InterCity 62, που είχε αναχωρήσει από την Αθήνα με προορισμό τη Θεσσαλονίκη, κινούνταν με υψηλή ταχύτητα μέσα στη νύχτα. Το τρένο ήταν γεμάτο κυρίως με νέους ανθρώπους, πολλοί από τους οποίους επέστρεφαν στις σχολές και τις δουλειές τους μετά το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας. Την ίδια στιγμή, από την αντίθετη κατεύθυνση, μια εμπορική αμαξοστοιχία κατευθυνόταν προς τη Λάρισα.
Για περίπου δώδεκα λεπτά, τα δύο τρένα κινούνταν στην ίδια γραμμή, το ένα προς το άλλο, χωρίς κανένα σύστημα να αποτρέψει τη σύγκρουση. Στις 23:21, κοντά στον Ευαγγελισμό Λάρισας, συγκρούστηκαν μετωπικά.
Η πρόσκρουση ήταν καταστροφική. Τα πρώτα βαγόνια της επιβατικής αμαξοστοιχίας διαλύθηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά. Ακολούθησε έκρηξη και μια τεράστια πυρκαγιά που τύλιξε τα συντρίμμια. Επιβάτες που βρίσκονταν στα μπροστινά βαγόνια δεν είχαν καμία πιθανότητα διαφυγής. Όσοι βρίσκονταν πιο πίσω προσπαθούσαν μέσα στον καπνό και το σκοτάδι να βρουν έξοδο, σπάζοντας παράθυρα, βοηθώντας ο ένας τον άλλον, προσπαθώντας να καταλάβουν τι είχε συμβεί.
Τα πρώτα τηλεφωνήματα στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης μιλούσαν για φωτιά, για τραυματίες, για ανθρώπους εγκλωβισμένους. Κανείς δεν γνώριζε ακόμη το μέγεθος της καταστροφής.
Οι πρώτες ώρες της διάσωσης και η αγωνία των συγγενών
Οι διασώστες έφτασαν μέσα σε λίγα λεπτά, αλλά το έργο τους ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Η φωτιά έκαιγε για ώρες, ενώ η θερμοκρασία ήταν τόσο υψηλή που είχε λιώσει μέταλλα και είχε καταστρέψει πλήρως ορισμένα βαγόνια. Πυροσβέστες, διασώστες της ΕΜΑΚ, αστυνομικοί και εθελοντές προσπαθούσαν μέσα στη νύχτα να εντοπίσουν επιζώντες.
Τα νοσοκομεία της Λάρισας και της Θεσσαλονίκης τέθηκαν σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Γιατροί και νοσηλευτές εργάζονταν ασταμάτητα για να περιθάλψουν τραυματίες, πολλοί από τους οποίους έφεραν σοβαρά εγκαύματα και πολλαπλά τραύματα.
Την ίδια ώρα, συγγενείς επιβατών έφταναν στα νοσοκομεία και στους σταθμούς της αστυνομίας, αναζητώντας πληροφορίες. Κρατούσαν κινητά τηλέφωνα, καλούσαν ξανά και ξανά αριθμούς που δεν απαντούσαν. Κάποιοι περίμεναν με την ελπίδα ότι οι δικοί τους άνθρωποι είχαν απλώς τραυματιστεί. Άλλοι άρχισαν να φοβούνται το χειρότερο.
Οι λίστες των επιβαινόντων συγκεντρώνονταν με δυσκολία. Οι ταυτοποιήσεις κράτησαν ημέρες. Για ορισμένες οικογένειες, η αναμονή έγινε βασανιστήριο.
Ο τελικός απολογισμός ήταν αμείλικτος: 57 νεκροί και δεκάδες τραυματίες.
Το ανθρώπινο λάθος και οι πρώτες συλλήψεις
Μέσα σε λίγες ώρες από τη σύγκρουση, οι αρχές επικεντρώθηκαν στον σταθμάρχη της Λάρισας, ο οποίος είχε βάρδια εκείνο το βράδυ. Συνελήφθη και κατηγορήθηκε ότι έδωσε λανθασμένη εντολή, οδηγώντας την επιβατική αμαξοστοιχία στη γραμμή καθόδου, όπου ήδη κινούνταν η εμπορική.
Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι έκανε λάθος, αλλά η υπόθεση δεν σταμάτησε εκεί. Σύντομα έγινε σαφές ότι το σύστημα ασφαλείας που θα μπορούσε να αποτρέψει μια τέτοια σύγκρουση δεν λειτουργούσε. Η τηλεδιοίκηση ήταν εκτός λειτουργίας σε κρίσιμα σημεία. Τα συστήματα αυτόματης πέδησης δεν είχαν εγκατασταθεί. Οι σταθμάρχες βασίζονταν σε χειροκίνητες διαδικασίες και τηλεφωνικές επικοινωνίες.
Το ερώτημα που προέκυψε ήταν απλό αλλά βαρύ: μπορούσε ένα μόνο ανθρώπινο λάθος να προκαλέσει μια τόσο μεγάλη τραγωδία, ή ήταν το αποτέλεσμα ενός συστήματος που λειτουργούσε χωρίς επαρκείς δικλείδες ασφαλείας;
Η πολιτική ευθύνη και οι πρώτες παραιτήσεις
Την επόμενη ημέρα της τραγωδίας, ο υπουργός Υποδομών και Μεταφορών Κώστας Αχ. Καραμανλής ανακοίνωσε την παραίτησή του, δηλώνοντας ότι αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη. Η παραίτηση αυτή θεωρήθηκε αναμενόμενη, αλλά δεν ήταν αρκετή για να απαντήσει στα ερωτήματα που είχαν ήδη αρχίσει να διατυπώνονται δημόσια.
Η συζήτηση μεταφέρθηκε γρήγορα από το επίπεδο του μεμονωμένου λάθους στο επίπεδο της συνολικής διαχείρισης του σιδηροδρομικού δικτύου. Για χρόνια, έργα εκσυγχρονισμού καθυστερούσαν. Συμβάσεις παρέμεναν ανεκτέλεστες. Προειδοποιήσεις εργαζομένων δεν είχαν ληφθεί υπόψη.
Η τραγωδία των Τεμπών άρχισε να αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως δυστύχημα, αλλά ως αποτέλεσμα χρόνιων παραλείψεων.
Οι προειδοποιήσεις που είχαν προηγηθεί
Τις ημέρες και τις εβδομάδες που ακολούθησαν, δημοσιοποιήθηκαν επιστολές και ανακοινώσεις εργαζομένων στον σιδηρόδρομο, οι οποίοι είχαν προειδοποιήσει για τον κίνδυνο σοβαρού δυστυχήματος. Περιέγραφαν ένα δίκτυο που λειτουργούσε με ελλείψεις προσωπικού, με συστήματα που δεν λειτουργούσαν και με διαδικασίες που βασίζονταν στην ανθρώπινη μνήμη και εμπειρία.
Οι προειδοποιήσεις αυτές είχαν σταλεί μήνες πριν από τη σύγκρουση. Δεν είχαν οδηγήσει σε ουσιαστικές αλλαγές. Για πολλούς, αυτό αποτέλεσε μια από τις πιο οδυνηρές διαπιστώσεις: ότι η τραγωδία ίσως μπορούσε να είχε αποφευχθεί.
Το μπάζωμα του χώρου και οι σκιές γύρω από τα στοιχεία
Λίγες ημέρες μετά την τραγωδία, συνεργεία προχώρησαν σε επιχωμάτωση του χώρου της σύγκρουσης. Βαριά μηχανήματα απομάκρυναν συντρίμμια και χώμα, ενώ η περιοχή διαμορφώθηκε εκ νέου.
Η διαδικασία αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από συγγενείς θυμάτων και τεχνικούς συμβούλους, οι οποίοι υποστήριξαν ότι ο χώρος αλλοιώθηκε πριν ολοκληρωθεί πλήρως η συλλογή στοιχείων. Εξέφρασαν φόβους ότι κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία μπορεί να χάθηκαν ή να καταστράφηκαν. Το ζήτημα του λεγόμενου μπαζώματος έγινε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία της υπόθεσης και αποτέλεσε αντικείμενο δικαστικής διερεύνησης.
Οι φωνές των οικογενειών και η μετατροπή του πένθους σε αγώνα
Οι οικογένειες των θυμάτων δεν έμειναν σιωπηλές. Μέσα από δημόσιες παρεμβάσεις, συνεντεύξεις και συλλογικές πρωτοβουλίες, άρχισαν να ζητούν απαντήσεις. Πολλοί γονείς μίλησαν δημόσια για πρώτη φορά, περιγράφοντας τα τελευταία μηνύματα που είχαν λάβει από τα παιδιά τους, τις ώρες αγωνίας μέχρι την επιβεβαίωση του θανάτου, και την ανάγκη να μάθουν τι πραγματικά συνέβη.
Το πένθος μετατράπηκε σταδιακά σε διεκδίκηση. Δημιουργήθηκαν σύλλογοι συγγενών, που έθεσαν ως βασικό στόχο την αποκάλυψη της αλήθειας και την απόδοση ευθυνών σε όλα τα επίπεδα.
Οι διαδηλώσεις και η κοινωνική έκρηξη για τα Τέμπη
Η τραγωδία προκάλεσε ένα από τα μεγαλύτερα κύματα διαδηλώσεων των τελευταίων ετών. Χιλιάδες άνθρωποι κατέβηκαν στους δρόμους σε δεκάδες πόλεις της Ελλάδας.
Οι συγκεντρώσεις ήταν μαζικές, ειρηνικές αλλά φορτισμένες συναισθηματικά. Κεριά άναψαν. Ονόματα διαβάστηκαν δυνατά. Πανό με τα πρόσωπα των θυμάτων υψώθηκαν. Το σύνθημα Δεν ήταν ατύχημα έγινε σύμβολο μιας συλλογικής απαίτησης για δικαιοσύνη.
Η εξεταστική επιτροπή και η πολιτική αντιπαράθεση
Η Βουλή συγκρότησε εξεταστική επιτροπή για τη διερεύνηση των ευθυνών. Στις συνεδριάσεις κατέθεσαν πολιτικοί, στελέχη οργανισμών και εργαζόμενοι. Η διαδικασία συνοδεύτηκε από έντονες αντιπαραθέσεις, με την αντιπολίτευση και τους συγγενείς να καταγγέλλουν προσπάθειες περιορισμού της έρευνας. Για πολλούς συγγενείς, η εξεταστική επιτροπή δεν έδωσε τις απαντήσεις που περίμεναν.
Οι εκταφές και η αναζήτηση της πλήρους αλήθειας
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οικογένειες ζήτησαν την εκταφή των αγαπημένων τους προσώπων, προκειμένου να πραγματοποιηθούν συμπληρωματικές ιατροδικαστικές εξετάσεις. Η διαδικασία αυτή ήταν εξαιρετικά επώδυνη, αλλά κρίθηκε απαραίτητη για να διευκρινιστούν οι συνθήκες θανάτου. Για τους συγγενείς, η αλήθεια είχε μεγαλύτερη σημασία ακόμη και από την ψυχική δοκιμασία που συνεπαγόταν η διαδικασία.
Η απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι
Ο Πάνος Ρούτσι, πατέρας ενός από τα θύματα, προχώρησε σε απεργία πείνας, ζητώντας να γίνουν εκταφές και να υποβληθούν στις απαραίτητες εξετάσεις οι σοροί των θυμάτων. Η πράξη του συγκίνησε την κοινή γνώμη και ανέδειξε την απόγνωση των οικογενειών που ένιωθαν ότι η υπόθεση καθυστερούσε. Η απεργία του έγινε σύμβολο της επιμονής των συγγενών να μην επιτρέψουν να ξεχαστεί η τραγωδία.
Τα χαμένα βίντεο και η έναρξη της δίκης στη Λάρισα
Ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα που προέκυψαν ήταν η απουσία βιντεοληπτικού υλικού από κάμερες που θα μπορούσαν να είχαν καταγράψει τις κινήσεις των τρένων. Η υπόθεση οδήγησε σε ξεχωριστή δικαστική διαδικασία στη Λάρισα, προκειμένου να διερευνηθεί αν υπήρξε αμέλεια ή ευθύνη για την απώλεια του υλικού. Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε τις ανησυχίες των οικογενειών για πιθανή απώλεια κρίσιμων στοιχείων.
Τρία χρόνια μετά
Σήμερα, τρία χρόνια μετά, η υπόθεση των Τεμπών παραμένει ενεργή. Η δικαστική διαδικασία συνεχίζεται και πλέον όλοι αναμένουν την έναρξη της δίκης τον Μάρτιο. Οι οικογένειες εξακολουθούν να δίνουν το παρών σε κάθε εξέλιξη. Οι επέτειοι της τραγωδίας συνοδεύονται από συγκεντρώσεις μνήμης σε όλη τη χώρα.
Η τραγωδία των Τεμπών είναι μια διαρκής υπενθύμιση της αξίας της ανθρώπινης ζωής και της ευθύνης των θεσμών να την προστατεύουν.
Και η χώρα θα συνεχίζει να θυμάται ότι πενήντα επτά άνθρωποι δεν επέστρεψαν ποτέ στα σπίτια τους εκείνο το βράδυ επειδή απλά επέλεξαν να ταξιδέψουν με τρένο.
Τα 57 θύματα της τραγωδίας

Η Αναστασία Αδαμίδη ήταν 24 ετών και καταγόταν από την Πάφο της Κύπρου. Είχε αποφοιτήσει από την Οδοντιατρική Σχολή του ΑΠΘ και συνέχιζε ως μεταπτυχιακή φοιτήτρια Προσθετικής Οδοντιατρικής στο ίδιο ίδρυμα. Εκείνο το βράδυ επέστρεφε στη Θεσσαλονίκη, αφού είχε επισκεφθεί τον σύντροφό της στην Αθήνα.
Ο Δημήτρης Ασλανίδης ήταν 26 ετών και καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Εργαζόταν στον χώρο της εστίασης σε ξενοδοχείο στην Ισπανία, όπου είχε γνωρίσει και τη σύντροφό του, και τον Απρίλιο σχεδίαζε να επιστρέψει εκεί. Είχε ταξιδέψει στην Αθήνα μαζί με τον φίλο του Σωτήρη Καραγεωργίου για να δουν τις συντρόφους τους. Ήταν φίλαθλος του Άρη.
Ο Ιωάννης Βουτσινάς ήταν 48 ετών και κατοικούσε μόνιμα στην Κατερίνη. Είχε κατεβεί στην Αθήνα για να δει συγγενείς του και εκείνο το βράδυ επέστρεφε στο σπίτι του. Αφήνει πίσω του δύο παιδιά.
Ο Σπύρος Βούλγαρης ήταν 35 ετών και διέμενε στην Αθήνα, με καταγωγή από το Λιανοκλάδι. Ήταν ένας από τους δύο μηχανοδηγούς της εμπορικής αμαξοστοιχίας που κατέβαινε από τη Θεσσαλονίκη. Φέρεται να είχε δώσει κατατακτήριες εξετάσεις και να είχε εισαχθεί στο τμήμα Πληροφορικής στη Λαμία.
Ο Βάιος Βλάχος ήταν 34 ετών και καταγόταν από την Καρδίτσα. Ήταν γεωτεχνικός μηχανικός, απόφοιτος του ΑΠΘ, και εργαζόταν σε μελέτες αποκατάστασης υποδομών με στόχο τη βελτίωση της ασφάλειάς τους – μάλιστα είχε πραγματοποιήσει μέρος της πρακτικής του στις σήραγγες των Τεμπών. Ταξίδευε μαζί με τη σύντροφό του, η οποία νοσηλεύτηκε σε κρίσιμη κατάσταση, και τη σκυλίτσα τους, την Τάβι, που επέζησε.
Η Έλενα Δουρμίκα ήταν 35 ετών και ζούσε στη Βέροια. Υπηρετούσε ως ΕΠΟΠ στον 1ο Λόχο Διαβιβάσεων και ήταν μητέρα δύο μικρών παιδιών. Επέστρεφε στην οικογένειά της αφού έχασε το μεσημεριανό τρένο και αναγκάστηκε να πάρει το βραδινό, καθώς είχε ταξιδέψει στην Αθήνα για υπηρεσιακούς λόγους.
Η Μαρία Εγούτ ήταν 55 ετών, με καταγωγή από το Νευροκόπι Δράμας, και κατοικούσε στη Θεσσαλονίκη. Εργαζόταν ως διοικητική υπάλληλος στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ και ήταν γενική γραμματέας του Συλλόγου Ποντίων ΑΧΕΠΑ Πεδάνιος Διοσκουρίδης. Είχε πάει στην Αθήνα για το τριήμερο της Αποκριάς να επισκεφθεί τον γιο της, τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Θοδωρή Ελευθεριάδη.
Ο Σωτήρης Καραγεωργίου ήταν 28 ετών, με καταγωγή από τη Μελίκη Ημαθίας, και ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στο Πειραματικό Δημόσιο ΙΕΚ Θέρμης και ταξίδεψε μαζί με τον φίλο του Δημήτρη Ασλανίδη στην Αθήνα για το τριήμερο της Αποκριάς. Ήταν φίλαθλος του ΠΑΟΚ και ανιψιός του δημοσιογράφου Χρήστου Ζαμπούνη.
Ο Ιορδάνης Αδαμάκης ήταν 22 ετών και καταγόταν από τη Νέα Πέραμο Καβάλας. Είχε δοκιμαστεί σε ποδοσφαιρικό κάμπ στην Ιταλία λίγο πριν υπογράψει στον ΑΟΚ το καλοκαίρι του 2018. Με τον σύλλογο κατέκτησε το πρωτάθλημα της Γ’ Εθνικής το 2019. Τη σεζόν 2019-2020 αγωνίστηκε ως δανεικός στον Νέστο Χρυσούπολης, στη συνέχεια επέστρεψε στον ΑΟΚ και αργότερα μετακόμισε στη Ρόδο. Στην τελευταία μεταγραφική περίοδο βρέθηκε κοντά σε επιστροφή στους Αργοναύτες της Καβάλας, ωστόσο τελικά υπέγραψε στον Θεσπρωτό της Super League 2, ενώ τον Ιανουάριο μεταγράφηκε στον ΑΟ Υπάτου.
Ο Νικήτας Καραθεοδώρου ήταν 23 ετών και καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Εργαζόταν ως πυροσβέστης στο 2ο ΠΣ Αθηνών και παράλληλα σπούδαζε ψυχολογία. Ταξίδευε μαζί με τη σύντροφό του, Κέλλυ, με προορισμό τη Θεσσαλονίκη για να δουν αγαπημένα τους πρόσωπα.
Η Δήμητρα-Ευαγγελία Καπετάνιου ήταν 24 ετών και καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Απόφοιτος του τμήματος Νηπιαγωγών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, συνέχιζε τις σπουδές της ως μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο Παιδαγωγικό Τμήμα Προσχολικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Εκείνο το βράδυ επέστρεφε σπίτι της μετά από μαθήματα του μεταπτυχιακού της.
Ο Ιωάννης Καρασάββας ήταν 27 ετών, από τη Θεσσαλονίκη, όπου και ζούσε. Ήταν φοιτητής επί πτυχίω στο ΠΑΜΑΚ, αλλά τα τελευταία χρόνια είχε στραφεί στην ψυχολογία και παρακολουθούσε μαθήματα συμβουλευτικής ψυχικής υγείας στην Αθήνα- γι’ αυτό και είχε επισκεφθεί την πρωτεύουσα. Επέστρεφε στο σπίτι του.Ο Ιωάννης Καριώτης ήταν 63 ετών με καταγωγή από το Συκάμινο του δήμου Ωρωπού. Ήταν ελεγκτής εισιτηρίων της Hellenic Train και σε λίγο καιρό επρόκειτο να συνταξιοδοτηθεί.
Η Αθηνά Κατσάρα ήταν 34 ετών και κατοικούσε στην Κατερίνη. Ήταν μητέρα ενός δίχρονου αγοριού και ταξίδευε μαζί με τον σύντροφό της, Νίκο, ο οποίος τραυματίστηκε στη σύγκρουση.
Η Βάια Μπλέκα-Καρακώστα ήταν 42 ετών και ζούσε στη Λάρισα. Εργαζόταν στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Λάρισας και ήταν μητέρα δύο παιδιών. Επέβαινε στην αμαξοστοιχία με σκοπό να μεταβεί στο αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης και να ταξιδέψει στις ΗΠΑ, όπου υπηρετεί ο στρατιωτικός σύζυγός της.
Η Χρυσούλα Κουκαριώτη ήταν 55 ετών, με καταγωγή από την Αδριανή Δράμας, και ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Ήταν μονογονεϊκή μητέρα μιας κόρης. Είχε ταξιδέψει στην Αθήνα μαζί με την αδελφή της για την κηδεία ξαδέλφης τους και επέστρεφε με τη μοιραία αμαξοστοιχία. Καθόταν στο πρώτο βαγόνι, δίπλα στην αδελφή της.
Η Ευαγγελία Ντος Σάντος Σίλβα – Κουκαριώτη ήταν 63 ετών, με καταγωγή επίσης από την Αδριανή Δράμας, και κατοικούσε στη Γερμανία. Εργαζόταν σε εργοστάσιο, ήταν μητέρα δύο παιδιών και είχε ένα εγγόνι. Είχε ταξιδέψει στην Αθήνα μαζί με την αδελφή της για την ίδια κηδεία και επέστρεφε με τη μοιραία αμαξοστοιχία, καθισμένη στο πρώτο βαγόνι, δίπλα της.
Ο Αναστάσιος Κουτσόπουλος ήταν 21 ετών και καταγόταν από την Καρδίτσα. Σπούδαζε Γεωπονία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Το τελευταίο μήνυμα που έστειλε στη μητέρα του φέρεται να ήταν Μαμά θα αργήσω, κοιμήσου…, λόγω της καθυστέρησης της αμαξοστοιχίας που είχε σημειωθεί λίγο πριν το δυστύχημα.
Ο Ιονέλ Κουλέλα ήταν 34 ετών και καταγόταν από τη Βραΐλα της Ρουμανίας. Ζούσε στην Κατερίνη και εργαζόταν στον κατασκευαστικό κλάδο. Είχε πάει στην Αθήνα για να βγάλει δίπλωμα οδήγησης και να δει ένα αυτοκίνητο. Μη καταφέρνοντας να εξασφαλίσει εισιτήριο για προηγούμενη αμαξοστοιχία, επέλεξε το βραδινό δρομολόγιο.
Ο Γιώργος Κουτσούμπας ήταν 59 ετών, με καταγωγή από την Αμαλιάδα, και ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Ήταν ο οδηγός της επιβατικής αμαξοστοιχίας.
Ο Γεώργιος Κυριακίδης ήταν 67 ετών, γεννημένος και μεγαλωμένος στη Θεσσαλονίκη, στο Κορδελιό. Ήταν πατέρας δύο παιδιών και παππούς επτά εγγονιών. Τη δεκαετία του ’80 είχε ζήσει στις ΗΠΑ, επιστρέφοντας στην πόλη του τη δεκαετία του ’90. Είχε κατεβεί στην Αθήνα για υποθέσεις και για να συναντήσει συγγενείς.
Ο Βασίλειος-Κυριάκος Κώττας ήταν 51 ετών από τη Θεσσαλονίκη. Διατηρούσε μαζί με τον αδελφό του οικογενειακή επιχείρηση και για τον λόγο αυτό ταξίδευε συχνά στην Αθήνα, αλλά και για να βλέπει τη σύντροφό του. Τη στιγμή της σύγκρουσης βρισκόταν στο κυλικείο.
Η Κλαούντια-Αλεξάνδρα Λάτα ήταν 20 ετών και καταγόταν από τη Λάρισα. Φοιτούσε στο Ιατρικό Τμήμα της Στρατιωτικής Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων στη Θεσσαλονίκη. Ταξίδευε μαζί με τον σύντροφό της. Ήταν στο κυλικείο μαζί του και λίγα δευτερόλεπτα πριν τη σύγκρουση τον έστειλε να βρουν θέσεις στο πίσω μέρος της αμαξοστοιχίας. Εκείνος έφυγε και έτσι σώθηκε.
Ο Δημήτρης Μασσαλής ήταν 30 ετών και καταγόταν από την Αθήνα, όπου και ζούσε. Ήταν ο δεύτερος μηχανοδηγός της εμπορικής αμαξοστοιχίας, τελειόφοιτος της σχολής μηχανοδηγών της ΤΡΑΙΝΟΣΕ και πτυχιούχος Μηχανολογίας του ΤΕΙ Πειραιά.
Η Ιφιγένεια Μήτσκα ήταν 22 ετών και καταγόταν από τα Γιαννιτσά Πέλλας. Ήταν απόφοιτος της Ανώτερης Σχολής Τουριστικής Εκπαίδευσης Ρόδου. Ταξίδευε μαζί με τον σύντροφό της, ο οποίος τραυματίστηκε ελαφρώς στο δυστύχημα.
Ο Μοχάμεντ-Εντρίζ Μία ήταν 33 ετών, υπήκοος Μπαγκλαντές, και κατοικούσε στη Θεσσαλονίκη. Εργαζόταν ως μικροπωλητής και επισκεπτόταν συχνά την Αθήνα για επαγγελματικούς λόγους. Ζούσε στην Ελλάδα εδώ και περίπου 15 χρόνια και τη στιγμή της σύγκρουσης βρισκόταν στο δεύτερο βαγόνι.
Η Μαρία Μίαρη ήταν 55 ετών, με καταγωγή από τους Βιταλάδες Κέρκυρας, και εργαζόταν στη Hellenic Train. Αν και είχε ολοκληρώσει τη βάρδιά της, κλήθηκε να επιστρέψει σε υπηρεσία και να εργαστεί υπερωριακά λόγω έλλειψης προσωπικού, βρισκόμενη στο δεύτερο βαγόνι.
Η Μαίρη Μουρτζάκη ήταν 51 ετών και καταγόταν από το Αντισκάρι της Μεσαράς στην Κρήτη, αλλά τα τελευταία χρόνια ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Εργαζόταν στη Hellenic Train και δούλευε στο κυλικείο της αμαξοστοιχίας. Ήταν μητέρα δύο παιδιών, αλλά και γιαγιά.
Η Φραντσέσκα Μπέζα ήταν 20 ετών και μεγάλωσε στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης. Σπούδαζε Βαλκανικές, Σλαβικές και Ανατολικές Σπουδές και ήταν λάτρης της μουσικής, με σπουδές στο Δημοτικό Ωδείο Πυλαίας-Χορτιάτη. Επέστρεφε από ταξίδι μαζί με τη φίλη της Μάρθη Ψαροπούλου.
Ο Παβλίνο Μπόζο ήταν 61 ετών και καταγόταν από την πόλη Λούσνια της Αλβανίας. Τα τελευταία 30 χρόνια ζούσε στη Θεσσαλονίκη και τα τελευταία οκτώ εργαζόταν στη Hellenic Train, στο κυλικείο αμαξοστοιχιών.
Ο Ευάγγελος Μπουρνάζης ήταν 54 ετών και ζούσε στο Κορδελιό Θεσσαλονίκης μαζί με τον γιο του, Παναγιώτη. Ήταν συνταξιούχος αστυνομικός που υπηρέτησε στην Τροχαία Λιτής. Είχε κατεβεί στην Αθήνα μαζί με τον Παναγιώτη για να δει τον μεγάλο του γιο και το εγγόνι του.
Ο Παναγιώτης Μπουρνάζης ήταν 15 ετών και ζούσε στο Κορδελιό Θεσσαλονίκης με τον πατέρα του. Φοιτούσε στο 1ο Γυμνάσιο Ελευθερίου Κορδελιού και αγωνιζόταν στο τμήμα μπάσκετ του Πρωτέα Θεσσαλονίκης.
Ο Νίκος Ναλμπάντης ήταν 28 ετών και καταγόταν από την Έδεσσα. Τα τελευταία χρόνια ζούσε στη Θεσσαλονίκη, στο Κορδελιό. Ήταν συνοδηγός στην επιβατική αμαξοστοιχία και το καλοκαίρι επρόκειτο να παντρευτεί τη σύντροφό του. Είχε αγωνιστεί για χρόνια στα τμήματα υποδομής ποδοσφαίρου του ΑΣ Ιωνικού Ιωνίας.
Ο Δημήτρης Οικού ήταν 29 ετών και καταγόταν από την Αλεξανδρούπολη. Εργαζόταν στη Hellenic Train και για τον λόγο αυτό κατοικούσε στη Θεσσαλονίκη. Το μοιραίο βράδυ επέβαινε ως επιβάτης στην αμαξοστοιχία 62, καθώς είχε τελειώσει η υπηρεσία του.
Η Αναστασία Παπαγγελή ήταν 19 ετών, με καταγωγή από τα Λυκούρια Καλαβρύτων στην Αχαΐα. Σπούδαζε στη Γεωπονική Σχολή του ΑΠΘ. Είχε πάει να δει την οικογένειά της για το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας και κατά τη σύγκρουση βρισκόταν στο τρίτο βαγόνι.
Ο Γεώργιος Παπάζογλου ήταν 22 ετών από τη Θεσσαλονίκη. Σπούδαζε Φυσική στο ΑΠΘ- ο πατέρας του, Λυσίμαχος, είναι καθηγητής Κτηνιατρικής του ιδίου πανεπιστημίου. Λίγο πριν τη σύγκρουση είχε μεταβεί στο κυλικείο για να αγοράσει ένα μπουκάλι νερό.
Ο Κυπριανός (Κύπρος) Παπαϊωάννου ήταν 23 ετών και καταγόταν από την Κύπρο. Σπούδαζε Νομική στο ΑΠΘ και είχε υπηρετήσει ως καταδρομέας. Σχεδίαζε να παντρευτεί τη σύντροφό του το καλοκαίρι.
Ο Ανδρέας Παυλίδης ήταν 49 ετών, γεννημένος και μεγαλωμένος στη Θεσσαλονίκη. Περιβαλλοντολόγος με πτυχίο Πληροφορικής, εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος σε μεγάλη εταιρεία. Αγαπούσε τη μουσική, το θέατρο και τα ταξίδια. Είχε πάει στην Αθήνα για το τριήμερο της Αποκριάς και επέστρεφε στη βάση του.
Η Θωμαή (Θώμη) Πλακιά ήταν 19 ετών με καταγωγή από την Καλαμπάκα Τρικάλων. Είχε δώσει δύο φορές πανελλαδικές και τελικά εισήχθη στο τμήμα Φαρμακευτικής του ΑΠΘ. Σκοτώθηκε μαζί με τη δίδυμη αδελφή της, τη Χρύσα, και την ξαδέλφη τους, Αναστασία.
Η Χρυσή (Χρύσα) Πλακιά ήταν 19 ετών με καταγωγή από την Καλαμπάκα. Σπούδαζε αισθητική στη Θεσσαλονίκη. Έχασε τη ζωή της μαζί με τη δίδυμη αδελφή της, Θώμη, και την ξαδέλφη τους, Αναστασία.
Η Αναστασία Πλακιά ήταν 19 ετών και καταγόταν επίσης από την Καλαμπάκα. Φοιτούσε στη σχολή αισθητικής Beauty Training Center στη Θεσσαλονίκη. Έχασε τη ζωή της μαζί με τις ξαδέλφες της, Θώμη και Χρύσα.
Η Καλλιόπη (Κέλλυ) Πορφυρίδου ήταν 23 ετών από την Καλαμαριά Θεσσαλονίκης. Σπούδαζε Θεολογία στο ΑΠΘ. Ταξίδευε μαζί με τον σύντροφό της, Νικήτα, ο οποίος επίσης έχασε τη ζωή του στο δυστύχημα.
Ο Ντένις Ρούτσι ήταν 22 ετών, με καταγωγή από την Αθήνα, και φέρεται να κατοικούσε στη Θεσσαλονίκη. Είχε πάει στην Αθήνα για να δει την οικογένειά του και τη σύντροφό του. Αν και η θέση του ήταν στο πέμπτο βαγόνι, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού είχε μετακινηθεί στο δεύτερο για να βρει σήμα στο κινητό του.
Η Σοφία-Ειρήνη Ταχμαζίδου ήταν 32 ετών και καταγόταν από το Κολχικό Θεσσαλονίκης. Εργαζόταν σε εταιρεία παροχής λογισμικού στη Θεσσαλονίκη και ήταν ανιψιά του δημάρχου Λαγκαδά.
Ο Ιωάννης Τζοβάρας ήταν 55 ετών με καταγωγή από τη Στυλίδα Φθιώτιδας. Εργαζόταν στη Hellenic Train ως ελεγκτής εισιτηρίων.
Ο Άγγελος Τηλκερίδης ήταν 23 ετών και καταγόταν από την Ειρηνούπολη Νάουσας. Κατοικούσε στη Θεσσαλονίκη και επέστρεφε εκεί μαζί με τις φίλες του, Αφροδίτη Τσιώμα και Εριέττα Μόλχο.
Η Αγάπη Τσακλίδου ήταν 22 ετών με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη. Σπούδαζε στο Τμήμα Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών του ΑΠΘ και ήταν κόρη καθηγητών του πανεπιστημίου.
Η Αφροδίτη Τσιώμα ήταν 22 ετών και μεγάλωσε στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης. Εργαζόταν ως αισθητικός και είχε πάει στην Αθήνα για επαγγελματικό σεμινάριο. Επέστρεφε μαζί με τους φίλους της, Άγγελο και Εριέττα. Η Αφροδίτη ήθελε να ταξιδέψει με το αυτοκίνητό της, ωστόσο οι γονείς της την έπεισαν να επιλέξει το τρένο ως πιο ασφαλές μέσο.
Η Ελένη Τσίντζα ήταν 22 ετών και καταγόταν από τα Κουφάλια Θεσσαλονίκης. Σπούδαζε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΑΠΘ.
Ο Γεώργιος Φωτόπουλος ήταν 57 ετών, γεννημένος στην Ελβετία. Σε νεαρή ηλικία είχε ζήσει στο χωριό Αμφιθέα του δήμου Μεσσήνης, ενώ τα τελευταία χρόνια κατοικούσε και εργαζόταν στην Αθήνα.
Η Ελισάβετ Χατζηβασιλείου ήταν 26 ετών, με καταγωγή από το Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης. Ήταν σοπράνο, καλλιτέχνης και plus size μοντέλο. Ταξίδευε συχνά στην Αθήνα για επαγγελματικές υποχρεώσεις και το μοιραίο βράδυ επέστρεφε στη Θεσσαλονίκη μαζί με την τυφλή της γάτα, τη Νάμπια. Βρήκαν μαζί τραγικό θάνατο.
Ο Παναγιώτης Χατζηχαραλάμπους ήταν 29 ετών και καταγόταν από την Αθήνα, όπου και ζούσε. Εργαζόταν ως ελεγκτής εισιτηρίων στον ΟΣΕ. Αφήνει πίσω του έναν δίχρονο γιο.
Η Βασιλική Χλωρού ήταν 55 ετών, με καταγωγή από τη Λάρισα, και κατοικούσε στη Μενεμένη Θεσσαλονίκης. Ήταν μητέρα τεσσάρων παιδιών, διετέλεσε γενική γραμματέας της Αθλητικής Ένωσης Σωματείων Γυμναστικής Βορείου Ελλάδας (ΑΕΣΓΒΕ) και για πολλά χρόνια ήταν διοικητικό στέλεχος του ΑΟ Διαγόρας Αμπελοκήπων. Η οικογένειά της είχε επιστρέψει μία μέρα νωρίτερα με το αυτοκίνητο, ενώ εκείνη παρέμεινε στη Λάρισα λόγω προγραμματισμένης επίσκεψης σε γιατρό.
Η Ελπίδα Χούπα ήταν 28 ετών με καταγωγή από την Αταλάντη Φθιώτιδας. Απόφοιτος Πολιτικής Μηχανικής από την Πάτρα, είχε δώσει επιτυχώς κατατακτήριες για το τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ. Επέστρεφε με τρένο στη Θεσσαλονίκη μαζί με μία φίλη της, η οποία τραυματίστηκε σοβαρά στη σύγκρουση.
Η Μαρία Θωμαή (Μάρθη) Ψαροπούλου ήταν 19 ετών και καταγόταν από το Πανόραμα Θεσσαλονίκης. Σπούδαζε στο τμήμα Αγωγής και Φροντίδας στην Πρώιμη Παιδική Ηλικία του ΔΙΠΑΕ. Επέστρεφε από ταξίδι με τη φίλη της Φραντσέσκα Μπέζα.
Στους νεκρούς του δυστυχήματος συγκαταλέγεται επίσης ένας Σύρος πρόσφυγας, τα στοιχεία του οποίου δεν έχουν ακόμα γνωστοποιηθεί. Η ταυτοποίησή του πραγματοποιήθηκε μέσω ανάλυσης DNA, με δείγμα που απέστειλε ο αδελφός του από την Ολλανδία.
Αγνοούμενη παραμένει η Εριέττα Μόλχο, 23 ετών, φοιτήτρια του τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη. Ταξίδευε μαζί με τη φίλη της Αφροδίτη και τον Άγγελο, οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους στο δυστύχημα.