Δημογραφικό: Η Ελλάδα έφτασε στο «και πέντε» αγνοώντας ένα πρόβλημα που σιγοβράζει εδώ και δεκαετίες

Ειδικός αναλύει το δημογραφικό και πώς η απραξία δεκαετιών οδήγησε στη σημερινή κατάσταση. Μ...

Δημογραφικό: Η Ελλάδα έφτασε στο «και πέντε» αγνοώντας ένα πρόβλημα που σιγοβράζει εδώ και δεκαετίες
Δημογραφικό: Η Ελλάδα ξεπέρασε το κρίσιμο όριο, αγνοώντας ένα πρόβλημα που βράζει εδώ και δεκαετίες

Μπορεί το δημογραφικό να ασκεί σημαντικές πιέσεις στην οικονομία και την κοινωνία, με την Ελλάδα να βρίσκεται πλέον στο… και πέντε, ωστόσο η ουσιαστική κοινωνική πολιτική και τα μέτρα στήριξης… αγνοούνται.

Σεορά κυβερνήσεων αγνοούσε ή απλά παρέβλεπε μία κατάσταση που σιγόβραζε επί δεκαετίες, η δυναμική που απέκτησε ωστόσο την τελευταία 15ετία της κρίσης και των μνημονίων οδήγησε στη μεγάλη έξοδο των νέων προς το εξωτερικό και των κατοίκων της υπαίθρου προς τα αστικά κέντρα.

Απογοήτευση και προβληματισμός για τη δημιουργία οικογένειας

Σήμερα, σειρά ερευνών καταδεικνύει ότι οι νέοι κυριαρχούνται από απαισιοδοξία για το μέλλον. Η πρόσφατη έρευνα Νέοι και Εργασία 2025 της Alco για λογαριασμό του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ που εστιάζει στη Gen Z (έως 29 ετών), αποκαλύπτει μία γενιά μορφωμένη και επισφαλή, με χαμηλούς μισθούς, περιορισμένες προοπτικές και υψηλά επίπεδα άγχους.

Μεταξύ άλλων διαπιστώνεται ότι:

  • Το 72% των νέων εργαζομένων δηλώνει ότι δεν διαβλέπει επαγγελματικές προοπτικές στη χώρα
  • Το 46% εκφράζει ενδιαφέρον να εργαστεί στο εξωτερικό
  • Το 79% πιστεύει πως η γενιά των γονιών του έζησε καλύτερες εργασιακές και κοινωνικές συνθήκες
  • Το 65% πιστεύει ότι δεν είναι εφικτό να δημιουργήσει οικογένεια με τις παρούσες συνθήκες εργασίας του.

Η Gen Z εμφανίζει περιορισμένη εμπιστοσύνη στο παρόν και το μέλλον, ενώ η αδυναμία συγκρότησης οικογένειας με βάση τις παρούσες εργασιακές συνθήκες αποκαλύπτει πως η επισφάλεια ξεπερνάει τον επαγγελματικό και εισχωρεί σε όλο το φάσμα του βίου.

έρευνα

Σε αντίστοιχα συμπεράσματα καταλήγει και η έρευνα της Metron Analysis για το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, σύμφωνα με την οποία στις ηλικίες 17 – 45 ετών επικρατεί αίσθημα απαισιοδοξίας για την πορεία της χώρας:

  • Το 39% πιστεύει ότι σε 5-10 χρόνια η ζωή τους θα είναι χειρότερη
  • Η ακρίβεια συνεχίζει να αποτελεί το νο1 πρόβλημα που απασχολεί το 71% των πολιτών
  • Το 68% δηλώνει ότι έχει σκεφτεί το ενδεχόμενο μετανάστευσης
  • Το 70% νέων δηλώνουν ότι η οικονομική/στεγαστική δυσκολία τους αποτρέπει να κάνουν παιδιά, τα οποία βρίσκονται χαμηλά στις προτεραιότητες.

Μάλλον οι Έλληνες δεν είναι… γκρινιάρηδες

Παράλληλα, η πρόσφατη Έκθεση για τη Φτώχεια στην Ελλάδα το 2025 του Ελληνικού Δικτύου για την Καταπολέμηση της Φτώχειας (EAPN Greece) και τα τελευταία στοιχεία της Eurostat καταδεικνύουν ότι οι Έλληνες βρίσκονται σε δεινή οικονομική θέση.

Σύμφωνα με την Έκθεση, το 2025:

  • Το 26,9% του πληθυσμού (2,74 εκατομμύρια) βιώνει κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού
  • Η παιδική φτώχεια παραμένει υψηλή (22,4%), την ώρα που ο κίνδυνος υλικής και κοινωνικής στέρησης αυξήθηκε.
  • Η ένταση εργασίας, οι χαμηλοί μισθοί, η εργασιακή ανασφάλεια και η αναντιστοιχία μεταξύ εισοδημάτων και υψηλών τιμών σε είδη πρώτης ανάγκης και ενέργειας εξακολουθούν να παγιδεύουν τους εργαζόμενους/ες στη φτώχεια
  • Το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα καλύπτει μόλις το 60% του ορίου φτώχειας.

Στην Έκθεση καταγράφεται επιδείνωση της στεγαστικής ανασφάλειας, του άγχους λόγω ζητημάτων ψυχικής υγείας και του ψηφιακού αποκλεισμού.

Επιπλέον, τα στοιχεία της Eurostat μπορεί να δείχνουν ότι μεσοσταθμικά το ποσοστό φτώχειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση υποχώρησε το 2024 σε σχέση με το 2023, ωστόσο η Ελλάδα κατατάσσεται πρώτη στην υποκειμενική φτώχεια.

Συγκεκριμένα, το 2024 το 17,4 % του πληθυσμού της ΕΕ θεωρήθηκε υποκειμενικά φτωχό, ενώ η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό ατόμων στη συγκεκριμένη κατηγορία (66,8%), ακολουθούμενη από τη Βουλγαρία (37,4%) και τη Σλοβακία (28,7%). Μάλιστα, η υποκειμενική φτώχεια ήταν υψηλότερη στα άτομα κάτω των 18.

eurostat

Δημογραφικό: Ένα ζήτημα με πολλαπλές διαστάσεις

Το δημογραφικό αποτελεί ζήτημα με πολλαπλές διαστάσεις, εξηγεί στο Reader.gr ο Βύρων Κοτζαμάνης, καθηγητής Δημογραφίας και ερευνητής στο Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ).

Η πρώτη, στην οποία δεν έχουμε δώσει σημασία, είναι η υπέρμετρη συγκέντρωση πληθυσμού στον χώρο, καθώς το 85% διαμένει σε 1.000 από τους 12.500 κατοικούμενους οικισμούς.

Πρόκειται για φαινόμενο που ξεκίνησε το 1950 με την εσωτερική μετανάστευση και είχε ως αποτέλεσμα μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας να εμφανίζει πολλούς θανάτους και λίγες γεννήσεις, με αποτέλεσμα να έχουμε πολύ αρνητική “ζυγαριά” και να μειώνεται ο πληθυσμός με μεγάλη ταχύτητα.

Η δεύτερη, κατά τον κ. Κοτζαμάνη, είναι η μετανάστευση ως αποτέλεσμα της κρίσης, καθώς την τελευταία 15ετία η “ζυγαριά” είσοδοι – έξοδοι από τη χώρα έγινε αρνητική, ενώ έφυγαν κυρίως νέοι 25 – 40 ετών.

Ως αποτέλεσμα, η μείωση του πληθυσμού αγγίζει τις 720.000 άτομα, με τις 500.000 να αποδίδονται στο έλλειμμα από τις λιγότερες γεννήσεις και τους περισσότερους θανάτους.

Η τρίτη σχετίζεται με τη γήρανση του πληθυσμού, καθώς οι ηλικιωμένοι ξεπερνούν το 23%, ενώ τη δεκαετία του 1950-1960 ήταν μόλις 6-7%. Ο κ. Κοτζαμάνης αποδίδει το φαινόμενο στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής και στο γεγονός ότι από το 1980 και μετά μειώνονται οι γεννήσεις:

Τα ζευγάρια που γεννήθηκαν από το 1955 και μετά κάνουν όλο και λιγότερα παιδιά, κατά μέσο όρο 2, ενώ όσα γεννήθηκαν από το 1980 και έπειτα, οι 45αρηδες του σήμερα, κάνουν λιγότερο από 1,5. Πρόκειται για κατάσταση που διαμορφώθηκε προοδευτικά.

Απουσία ευνοϊκού περιβάλλοντος και ερήμωση της υπαίθρου

Οι οικονομικές συνθήκες και η ποιότητα ζωής διαδραματίζουν πρωταρχικό ρόλο, ωστόσο στην Ελλάδα δεν υπήρξε και δεν υπάρχει ευνοϊκό περιβάλλον για την οικογένεια και το παιδί, υπογραμμίζει ο Βύρων Κοτζαμάνης, παραπέμποντας στην αλλαγή του τρόπου ζωής και στην είσοδο των γυναικών στην εργασία:

Όταν άρχισε να εισέρχεται μαζικά η γυναίκα στην αγορά εργασίας τη δεκαετία του 1980 και αυξήθηκε το επίπεδο εκπαίδευσης, χειραφετήθηκε, αποκτώντας ανεξαρτησία, ενώ παράλληλα υπήρχε έντονη αστικοποίηση. Ήδη μεταπολεμικά ξεκίνησε να αλλάζει το αξιακό μοντέλο και η αστική οικογένεια.

Αυτά οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση, αφορούν τις ανεπτυγμένες χώρες και δεν περιορίζονται στην Ελλάδα. Οι γενικές τάσεις υπάρχουν στην Ευρώπη, ωστόσο δεν αιτιολογούν ότι βρισκόμαστε στις χώρες της ΕΕ με τον χαμηλότερο αριθμό παιδιών ανά γυναίκα, ενώ αλλού (Σκανδιναβικές Χώρες, Γαλλία, Ολλανδία κλπ), με τις ίδιες και πιθανότατα πιο έντονες τάσεις, δεν υπήρξε αντίστοιχο πρόβλημα.

Στις χώρες όπως αυτές, κατά τον καθηγητή, τα ζευγάρια που γεννήθηκαν τη δεκαετία του 1980 κάνουν έναν αριθμό παιδιών κοντά στο 2, όπως επιθυμούν. Στην Ελλάδα δεν υπήρξε ευνοϊκό περιβάλλον για την οικογένεια και το παιδίδεν προσαρμοστήκαμεδεν πήραμε μέτρα και βρεθήκαμε σήμερα με 67.000 γεννήσεις και 127.000 θανάτους.

Ουσιαστικά δεν δώσαμε σημασία στον σημαντικό ρόλο της δημογραφίας, στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη και στην εδαφική συνοχή, με αποτέλεσμα το 2024 να υπάρχουν νομοί με 350 θανάτους και 100 γεννήσεις.

Για να αντισταθμίσουμε τη μείωση πρέπει τα ζευγάρια να κάνουν όλο και περισσότερα παιδιά και για να γίνει αυτό πρέπει να δημιουργήσουμε ένα εξαιρετικά ευνοϊκό περιβάλλον, εξηγεί.

Ταυτόχρονα, η εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, η εγκατάλειψη του πρωτογενούς τομέα και η απουσία σχεδίου περιφερειακής ανάπτυξης και χωροταξικού σχεδιασμού οδήγησαν στην ερημοποίηση μεγάλου τμήματος κυρίως της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Στην περιφέρεια, κατά τον κ. Κοτζαμάνη, δεν υπάρχουν δυνατότητες για ευνοϊκή ζωή, από τη στιγμή που απουσιάζουν ευκαιρίες απασχόλησης, υποδομές, δίκτυα και κλείνουν σχολεία.

Ανεπαρκή μέτρα και απαισιοδοξία για το μέλλον

Ο καθηγητής στέκεται στην εκάστοτε κυβερνητική πολιτικήγια το δημογραφικό, επισημαίνοντας τη διαχρονική ανεπάρκεια και την αδυναμία αποτελεσματικής αντιμετώπισης των επιπτώσεων:

Το μόνο ουσιώδες αλλά χωρίς αποτέλεσμα μέτρο παλαιότερα ήταν η πρόωρη συνταξιοδότηση των γυναικών με ανήλικο παιδί στον δημόσιο και στον διευρυμένο δημόσιο τομέα.

Την τελευταία εξαετία οι κυβερνήσεις αναδεικνύουν το δημογραφικό και παίρνουν μέτρα, όπως γονική άδεια στον ιδιωτικό τομέα, επιδόματα και προγράμματα όπως τα Σπίτι Ι και Σπίτι ΙΙ λόγω της στεγαστικής κρίσης στα αστικά κέντρα που αφορούν όμως περιορισμένο αριθμό πολιτών.

Ακόμα, το φορολογικό σύστημα λαμβάνει υπόψη τον αριθμό των παιδιών, μέτρο θετικό επί της αρχής, πρακτικά όμως περιορισμένο. Κατά τον Βύρωνα Κοτζαμάνη, από τη στιγμή που οι πολιτικές κοστίζουν, θεσπίζονται μέτρα χωρίς κόστος, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Στέκεται δε στο γεγονός ότι οι έρευνες σε Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες καταδεικνύουν ότι τα ζευγάρια που γεννήθηκαν μετά το 1980 δεν έχουν εμπιστοσύνη στο μέλλον, λόγω ασυμβατότητας οικογενειακής και οικονομικής ζωής, υψηλού κόστους ανατροφής του παιδιού, έμφυλων διακρίσεων στον εργασιακό και κοινωνικό βίο και χαμηλών πραγματικών εισοδημάτων.

Δεν αρκεί μόνο να έχει δουλειά κάποιος. Πλέον σκέφτεται πολλαπλά αν θα κάνει παιδί, επισημαίνει χαρακτηριστικά.

Πόσο